Έρευνα: Αποτελεί το Tik Tok μέσο ενημέρωσης για τους εφήβους;

0
37
Είναι γνωστό ότι οι έφηβοι ενημερώνονται κατά κύριο λόγο από τα κοινωνικά δίκτυα. Όμως πώς επιλέγουν τι θα διαβάσουν και τι θα μοιραστούν και με ποια κριτήρια αξιολογούν την αξιοπιστία των ειδήσεων;

Είναι γνωστό ότι οι έφηβοι ενημερώνονται κατά κύριο λόγο από τα κοινωνικά δίκτυα. Όμως πώς επιλέγουν τι θα διαβάσουν και τι θα μοιραστούν και με ποια κριτήρια αξιολογούν την αξιοπιστία των ειδήσεων; Αποτελεί το TikTok μέσο ενημέρωσης; Όπως προέκυψε σε έρευνα που πραγματοποίησε πριν από λίγους μήνες στο πλαίσιο της διατριβής της η Κατερίνα Χρυσανθοπούλου, υποψήφια διδάκτορας στο τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, με προσωπικές συνεντεύξεις σε 19 κορίτσια και αγόρια 13-15 ετών, τα παιδιά προσπαθούν να είναι προσεκτικοί αναγνώστες: δίνουν προσοχή στην πηγή ενός άρθρου ή μιας ανάρτησης ή στον σύνδεσμο όπου ανακατευθύνονται. Κανένα δεν διαβάζει έντυπες ειδήσεις, όλα έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη στα επαγγελματικά ΜΜΕ, βρίσκουν τις ειδήσεις στην τηλεόραση΄«βαρετές, μη ελκυστικές και άσχετες με τη ζωή» και αν κάτι τους κινήσει την προσοχή το αναζητούν «στο Google». 

Όλα προτιμούν να ενημερώνονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως Tik Tok (ειδικά τα κορίτσια), Instagram και YouTube, διότι «από το βίντεο μαθαίνεις τα γεγονότα», αν και «μόνο από το κείμενο μπορείς να μάθεις λεπτομέρειες». Όλα ενημερώνονται από αναρτήσεις φίλων τους, ή «έμπιστων λογαριασμών», οι οποίοι χρησιμεύουν ως αξιόπιστα «φίλτρα»: «αν πολλοί φίλοι μου το ποστάρουν, πρέπει να είναι αλήθεια».Ενδιαφέρονται όλα για κοινωνικά ζητήματα, όμως μόνο τρία από τα 19 παιδιά είπαν ότι είχαν παρακολουθήσει το ελληνικό MeToo, αν και, ιδίως τα κορίτσια, είναι σε επαγρύπνηση σχετικά με θέματα παρενόχλησης. «Ομως αυτό είναι λογικό, αφού ο αλγόριθμος του αγαπημένου τους Tik Tok ανεβάζει στα feeds τα global trends, γι’ αυτό τα παιδιά αγνοούσαν τοπικά κινήματα, αλλά όλα ήξεραν για το Black Lives Matter και μάλιστα αρκετά είχαν ποστάρει κάτι σχετικά» σχολιάζει στο kathimerini.gr η κ. Χρυσανθοπούλου. Ταυτόχρονα, όλα πίστευαν ότι είναι επαρκώς και σωστά πληροφορημένα για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα και τον κόσμο.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι έφηβοι αξιολογούν το περιεχόμενο των ειδήσεων είτε με «επαγγελματικούς» τρόπους (ανάγνωση πολλαπλών πηγών, αναζήτηση δεικτών αξιοπιστίας, διασταύρωση με αξιόπιστους ιστότοπους) είτε με τη χρήση περισσότερο «αφελών» δεικτών, όπως για παράδειγμα «φαίνεται επαγγελματικό» ή «φαίνεται σωστό». Το κύριο εργαλείο ελέγχου είναι το Google search (η μόνη μηχανή αναζήτησης που δήλωσαν ότι γνωρίζουν), όπου όμως δεν διαβάζουν πέρα από την πρώτη σελίδα, ενώ δεν γνωρίζουν πώς οι πληροφορίες «ανεβαίνουν» εκεί (πιστεύουν ότι τις δημοσιεύουν χρήστες, όπως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Πολλά παιδιά εφαρμόζουν μάλλον διαισθητικά κριτήρια, όπως η προσωπική γνώση ή η συμβατότητα με προσωπικές απόψεις ή κοινωνικά και συναισθηματικά στοιχεία για να αποφασίσουν ποια αποτελέσματα αναζήτησης «είναι σωστά». Τα περισσότερα παιδιά είπαν ότι οι δημοσιογράφοι επιδιώκουν να επωφεληθούν από αυτό που γράφουν (κέρδος ή αυτοπροβολή). Πάντως, όλα δήλωσαν ότι δεν θα μοιράζονταν ποτέ μια ανάρτηση εάν πίστευαν ότι δεν ήταν ακριβής, “κάτι που σημαίνει ότι φαίνεται να γνωρίζουν τις ηθικές διαστάσεις της υπεύθυνης ανταλλαγής ακριβών πληροφοριών”.

Σύμφωνα με την ίδια, τα παιδιά είναι ένας στους τρεις χρήστες του διαδικτύου σήμερα, ωστόσο στα ΜΜΕ υποεκπροσωπούνται. «Δηλώνουν ότι ξέρουν τι συμβαίνει στον κόσμο, όμως, η πληροφόρηση από μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι αποσπασματική, ανεξέλεγκτη και τυχαία· όλες οι αναρτήσεις μοιάζουν μεταξύ τους, είτε αναφέρονται στην επικαιρότητα, είτε σε ασήμαντα πράγματα. Τα global trends εύκολα δημιουργούν echo chambers όπου τα παιδιά διαβάζουν μόνο ιδέες που ταιριάζουν με τις δικές τους ή απόψεις (κοινωνικές ή πολιτικές) τις οποίες ίσως δεν έχουν κριτήριο να αξιολογήσουν. Το να επηρεάζονται από ακραίες -ή ακόμα και κομματικοποιημένες- θέσεις ίσως δεν είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα· σοβαρότερο είναι ότι οι έφηβοι θεωρούν αυτό ως το φυσικό τους περιβάλλον και “συνηθίζουν” στην “ρηχή” ανάγνωση, την αποσπασματική προσοχή, τους γρήγορους συμπερασμούς, την υιοθέτηση απόψεων με συναισθηματικά κίνητρα και χωρίς λογικά κριτήρια».

Μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η κ. Χρυσανθοπούλου επιχείρησε να επικοινωνήσει εκ νέου με τα παιδιά. «Με όσα κατάφερα να επικοινωνήσω ξανά, είπαν ότι βλέπουν κάπως περισσότερο ειδήσεις ή ακούν περισσότερο ραδιόφωνο και, κλασικά, πολλά κοινωνικά μέσα, αν και είπαν ότι αμφισβητούν αναρτήσεις του τύπου “όσες φορές μοιράζεσαι αυτή τη φωτογραφία, ένα ευρώ πηγαίνει στο λαό που υποφέρει από τον πόλεμο”». Όπως δήλωσε ένα από τα παιδιά, «νοιαζόμαστε πολύ για τον κόσμο, υπάρχουν τόσα πολλά προβλήματα εκεί έξω, θέλουμε να τα διορθώσουμε, αλλά το θέμα είναι ότι δεν μπορούμε να βρεθούμε εμείς εκεί για να κάνουμε κάτι, αν δεν μας πάνε οι γονείς μας. Άρα, η μόνη μας δύναμη είναι να ενημερώνουμε τους φίλους μας στο διαδίκτυο».

Πηγή