To Diego στο Θησείο είναι γι’ αυτούς που δεν βγαίνουν στο Θησείο

0
21

Λίγο από Κούβα, Περού και Βιετνάμ έχει το καινούργιο bar-εστιατόριο της οδού Αδριανού. Θα το γνωρίσετε από τους βελούδινους καναπέδες και τα πλαστικά καφάσια.

Δεν είναι η πιο συμβατική επιλογή να ανοίξει κάποιος επιχειρηματίας μαγαζί στην Αδριανού το οποίο να απευθύνεται στους Αθηναίους και όχι στους τουρίστες. Γεμάτος από οικογένειες, τουρίστες, ζευγάρια, παπατζήδες και περαστικούς του κέντρου, μέχρι μικροπωλητές, παλαιοπώλες και αγέλες teenagers, ο πεζόδρομος σπάνια είναι άδειος από κόσμο. Τόσο πολύ που τις περισσότερες φορές ρίχνουμε μόνο μια γρήγορη ματιά στη ρομαντική θέα, καθώς τον διασχίζουμε για να βρεθούμε σε κάποιο πιο ήρεμο σημείο, πιο πέρα από τα πανομοιότυπα, απρόσωπα καφέ και τα εστιατόρια με τους σερβιτόρους που χορεύουν συρτάκι.

Κι όμως, ακριβώς στην αρχή αυτού του δρόμου, όπως τον πλησιάζεις ερχόμενος από το Θησείο, είναι εδώ και λίγες μέρες ανοιχτό το Diego που, είτε είναι του γούστου σου είτε όχι, απέχει σίγουρα πολύ απ’ ό,τι άλλο υπάρχει τριγύρω του. Πίσω από αυτό βρίσκεται μια ομάδα νέων ανθρώπων τους οποίους γνωρίσαμε μέσα από άλλα επιτυχημένα πρότζεκτ (βλ. Lost Athens, Noah κ.ά.).

Η ατμόσφαιρα

Στο πεζοδρόμιό του έχει απλώσει βελούδινους καναπέδες, πλαστικά σκαμπό, ξύλινα τραπέζια στολισμένα με φρέσκα φρούτα και γυάλινα σκαλιστά μπουκάλια, ομπρέλες παραλίας ακόμα και καφάσια κόκα κόλα. Το μπροστινό μπαρ με τη σιδερένια, σκουριασμένη πρόσοψη θυμίζει καντίνα, ενώ όσο προχωράς προς το εσωτερικό, το Diego επιχειρεί και εκεί να αναπαράγει την αίσθηση της «φθαρμένης πολυτέλειας»: γυάλινοι πολυέλαιοι και απλίκες μαζί με πλαστικές καρέκλες, εξωτικά φυτά, εντυπωσιακά μωσαϊκά και έντονες χρωματικές αντιθέσεις στους τοίχους. Το μαγαζί έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς: ένα fruit bar στα αριστερά, σκιερό και ατμοσφαιρικό, διαδρόμους, εσωτερική αυλή και ένα μεγάλο κυκλικό μπαρ στο κέντρο όπου η μουσική παίζει πιο δυνατά.

«Σκοπός μας ήταν να κάνουμε κάτι που να μην θυμίζει καθόλου Ευρώπη», εξηγεί ο Βασίλης Στεφανάκης, ένας από τους δημιουργούς του Diego. «Εμπνευστήκαμε πολύ από την Ασία και ειδικά το Βιετνάμ αλλά και τη Λατινική Αμερική όπως και τις υπαίθριες αγορές. Θέλαμε ο χώρος να θυμίζει μια άλλη εποχή και να εκπέμπει ξεγνοιασιά. Να έχει ατμόσφαιρα σχεδόν κινηματογραφική. Ο καθένας μπορεί να βρει το σημείο του. Από το να πάρει κάτι από την καντίνα μας και να καθίσει στο παγκάκι απέναντι, να κοιτάει την Ακρόπολη και να πίνει τη μπίρα του, μέχρι να κάτσει στο fruit bar που εστιάζει περισσότερο στο φαγητό ή στον χώρο του μπαρ που έχει περισσότερο αίσθηση κλαμπ» λέει, ενώ τονίζει τη σημασία που έχει η μουσική για το Diego. «Κάθε βράδυ έχουμε και ένα live act. Ψάχνουμε πολύ τους μουσικούς που εμφανίζονται στους γύρω δρόμους και έχουμε βρει διάφορους με τους οποίους θα συνεργαστούμε. Προχθές το απόγευμα είχαμε δύο μουσικούς, ο ένας ήταν Αργεντίνος. Έπαιζαν φυσαρμόνικα και χόρευε ο κόσμος στο δρόμο, άλλοι έπιναν μπίρες, άλλοι έτρωγαν όρθιοι. Ήταν ακριβώς αυτό που είχαμε στο μυαλό μας όταν σχεδιάζαμε το Diego».

Τι τρώμε

Το φαγητό που θα ταίριαζε σε αυτή την ιδέα κλήθηκε να εμπνευστεί η σεφ Ελένη Σαράντη, η οποία είναι εκείνη που επιμελείται και το μενού του Noah. «Θέλαμε η κουζίνα του Diego να μην προσφέρει παρόμοια πράγματα με αυτά που βρίσκεις συνήθως στο Θησείο. Εγώ αγαπάω όλη την Ασία και το μενού εδώ είναι βασισμένο σε γεύσεις από το Βιετνάμ, την Ταϊλάνδη (που για μένα είναι ίσως η Νο1 κουζίνα του κόσμου) και τη Λατινική Αμερική – ειδικά τη Λίμα του Περού. Σκέφτηκα ότι είμαστε μια καντίνα και ήθελα να δοκιμάσουμε πιο εκλεπτυσμένες τεχνικές σε μια πολύ πιο comfort εκδοχή», λέει η ίδια.

Η εμπειρία της σε υψηλού επιπέδου κουζίνες (η Ελένη Σαράντη έγινε sous-chef του καταξιωμένου σεφ Αλέν Παροντί μόλις στα 24 της και έκτοτε έχει εργαστεί σε εστιατόρια όπως η Σπονδή, η Hytra και το Zillers) σε συνδυασμό με τις επιρροές που αναφέρει, την έχουν οδηγήσει σε ένα αρκετά εκτεταμένο μενού με street food στο οποίο ενσωματώνει πολλά ασυνήθιστα υλικά.

Εδώ μπορείς να δοκιμάσεις ταϊλανδέζικα, χειροποίητα κάρι, ντάμπλινγκ με σπιτικό κίμτσι, μικρά καβούρια με μαλακό κέλυφος που τηγανίζονται και τρώγονται ολόκληρα, φιλέτο πάπιας, ακόμα και «καλαμάκι» με συκώτι γάλακτος και φουά γκρα σε τιμές που κυμαίνονται από τα 5 μέχρι τα 12 ευρώ. Όλα σερβίρονται σε μιας χρήσης, βιοδιασπώμενα πιάτα από μπαμπού και τρώγονται είτε στα τραπέζια είτε στο όρθιο.

«Το μενού περιλαμβάνει υλικά που δεν είναι τόσο εύκολα, όπως είναι τα στρείδια. Δουλεύουμε με soft-shell καβούρια και επίσης έχουμε σολομοπέστροφα που σερβίρεται ολόκληρη με το κεφάλι και είναι όλη βρώσιμη γιατί έχουμε βγάλει όλα της τα κόκαλα. Έχουμε ξεκινήσει να φτιάχνουμε τα δικά μας λουκάνικα και τα δικά μας τυριά που θα μπουν λίγο αργότερα στο μενού. Τα κίμτσι είναι επίσης δικά μας. Θέλουμε να είναι όλα χειροποίητα. Στόχος μου ήταν να κάνουμε fine φαγητό από άποψη τεχνικής αλλά αυτό που βγαίνει έξω να θυμίζει κάτι πάρα πολύ απλό».

Δοκιμάσαμε Yum Kai Dao, μια σαλάτα με βάση δύο τραγανά τηγανητά αυγά και ντρέσινγκ με ζάχαρη κοκοφοίνικα, λάιμ και fish sauce (6 ευρώ), σεβίτσε από χτένι, βατόμουρα και κράκερ από φαγόπυρο και μοβ καλαμπόκι (9 ευρώ), ένα γευστικό κίτρινο κάρι με αρνί, μελιτζάνα και εστραγκόν συνοδεία ρυζιού (9 ευρώ), πράσινο κάρι με μύδια (7 ευρώ) όπως και το Black Hot Roll το οποίο περιλαμβάνει ένα μαύρο μακρόστενο ψωμάκι με ελαφρώς κολλώδη υφή, τραγανό, τηγανητό καβούρι, πουρέ παντζαριού με κόκκινα φρούτα και μια μαγιονέζα με πιπεριές χαλαπένιο (8 ευρώ). Τα γλυκά έχουν και εκείνα «τροπικό» χαρακτήρα αλλά και κάποια ιαπωνικά στοιχεία. Προτείνουμε το ντόνατ με καραμελωμένο ανανά, τόνκα και κάρδαμο (8 ευρώ). Ξεχωριστό concept αποτελεί το fruit bar: ένα πιο λιτό δωμάτιο που θυμίζει έντονα Λατινική Αμερική και στο οποίο θα μπορεί κανείς να γευτεί πιατέλες με τροπικά φρούτα, παρέα με εκλεκτά τυριά, αλλαντικά και καϊπιρίνιες.

Τι πίνουμε

Το μπαρ του Diego έχει επιμεληθεί ο ταλαντούχος Βασίλης Νικήτας ο οποίος κατέληξε σε μια σειρά από κοκτέιλ με εξωτικά στοιχεία και ισορροπημένες, έντονες γεύσεις που σου μένουν. Οι «Ληστές στα Κόκκινα» (Ladrones en el Rojo) παίρνουν τον βοτανικό τους χαρακτήρα από το τζιν, φρουτώδη γλύκα από την καρύδα και τη φράουλα, αρώματα και πολυπλοκότητα από ένα σιρόπι που θυμίζει τις γεύσεις της δημοφιλούς ταϊλανδέζικης σούπας Τom Yam (φτιάχνεται μεταξύ άλλων από λεμονόχορτο, καφίρ λάιμ και galangal) (10 ευρώ). To «σοκολατένιο» Gustavo, που δανείζεται το όνομα από τον ξάδερφο του Pablo Escobar, Gustavo Gaviria, είναι ένα μείγμα από ρούμι και κασάσα, γκουάβα, μοσχολέμονο, Falernum (μπαχαρώδες λικέρ ρουμιού με κανέλα, τζίντζερ και γαρίφαλα) και σιρόπι από μαύρο τσάι με κακάο (10 ευρώ). Στην κάρτα θα βρούμε και ενδιαφέρουσες επιλογές χωρίς αλκοόλ όπως το Marimar με κόκκινο βερμούτ χωρίς αλκοόλ, aegean tonic και αρωματικά bitters πορτοκάλι ή τη Juanita, με λευκό βερμούτ χωρίς αλκοόλ, σόδα ανανά και βρώσιμα λουλούδια (7 ευρώ).

Από τις 9 το πρωί -που το Diego ανοίγει τις πόρτες του- σερβίρεται ιαπωνικό τσάι υψηλής ποιότητας από την εταιρία Suki, smoothies και καφές της Taf. Ο Βασίλης Νικήτας μάς προτείνει να δοκιμάσουμε τον single estate από την Αιθιοπία τον οποίο φιλοξενούν αυτή την εποχή. Λέγεται «To-La» που σημαίνει «δώρο» στα αιθιοπικά και ο ίδιος τον περιγράφει ως «πολύ σοκολατένιο, με γεύσεις από κόκκινα φρούτα, πολύ γλυκό και πολύπλοκο, με ωραίες αλλά όχι επιθετικές οξύτητες».

Πηγή